Μερικές φορές η σύγκριση βγαίνει σχεδόν αυτόματα. «Η αδελφή σου τελείωνε γρήγορα τα μαθήματα», «ο φίλος σου δεν φοβάται να κοιμηθεί μόνος του», «η συμμαθήτριά σου πήρε καλύτερο βαθμό». Για έναν γονιό, τέτοιες φράσεις μπορεί να μοιάζουν με έναν τρόπο να παρακινήσει το παιδί του. Να του δείξει ένα παράδειγμα και να το κάνει να προσπαθήσει λίγο περισσότερο.

Το παιδί, όμως, δεν ακούει πάντα αυτό που νομίζεις ότι του λες. Πολύ συχνά ακούει κάτι εντελώς διαφορετικό. Ότι κάποιος άλλος τα καταφέρνει καλύτερα. Ότι κάποιος άλλος είναι πιο θαρραλέος, πιο έξυπνος ή πιο ικανός. Και κάπως έτσι, μια φράση που ειπώθηκε ως κίνητρο μπορεί να γίνει λόγος για να αρχίσει να αμφισβητεί τον εαυτό του.

Κάθε παιδί έχει διαφορετική προσωπικότητα, διαφορετικές δεξιότητες και τον δικό του χρόνο για να εξελιχθεί. Δεν χρειάζεται να ακολουθήσει τη διαδρομή κάποιου άλλου. Χρειάζεται να ανακαλύψει τη δική του.

Η σύγκριση μπορεί να κάνει το παιδί να αισθάνεται ότι δεν είναι αρκετό

Οι γονείς συχνά χρησιμοποιούν άλλους ανθρώπους ως παραδείγματα επειδή πιστεύουν ότι έτσι θα ξυπνήσουν τον ανταγωνισμό και τη διάθεση για προσπάθεια. Ίσως πράγματι ένα παιδί να προσπαθήσει περισσότερο για λίγο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο τρόπος αυτός λειτουργεί πραγματικά προς όφελός του.

Όταν οι συγκρίσεις επαναλαμβάνονται, υπάρχει κίνδυνος το παιδί να αρχίσει να μετρά την αξία του μέσα από τις επιδόσεις του. Να θεωρεί ότι πρέπει να αποδεικνύει συνεχώς πως είναι καλύτερο από κάποιον άλλον για να κερδίσει επιβράβευση ή αποδοχή.

Έτσι, αντί να απολαμβάνει μια καινούργια εμπειρία, μπορεί να αγχώνεται μήπως δεν τα καταφέρει. Αντί να δοκιμάζει χωρίς φόβο, ίσως αποφεύγει όσα θεωρεί ότι μπορούν να οδηγήσουν σε αποτυχία.

Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «γίνε σαν εκείνον» και στο «βλέπω την προσπάθειά σου». Η δεύτερη φράση δεν βάζει το παιδί απέναντι σε κάποιον ανταγωνιστή. Του δείχνει ότι παρατηρείς τη δική του διαδρομή και αναγνωρίζεις όσα κάνει.

Οι συγκρίσεις ανάμεσα στα αδέλφια αφήνουν πιο βαθύ αποτύπωμα

Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη όταν οι συγκρίσεις αφορούν αδέλφια. Μπορεί να ξεκινήσουν από καθημερινές λεπτομέρειες, όπως το ποιος είναι πιο τακτικός ή ποιος ακούει περισσότερο τους γονείς, αλλά σταδιακά δημιουργούν συγκεκριμένους ρόλους μέσα στην οικογένεια.

Το ένα παιδί μπορεί να γίνει «το υπεύθυνο», το άλλο «το δύσκολο». Το ένα «το κοινωνικό» και το άλλο «το ντροπαλό». Αυτές οι ταμπέλες δεν είναι τόσο αθώες όσο φαίνονται. Τα παιδιά συχνά τις υιοθετούν και αρχίζουν να βλέπουν τον εαυτό τους μέσα από αυτές.

Παράλληλα, οι συνεχείς συγκρίσεις μπορούν να βάλουν ανταγωνισμό μέσα στη σχέση των αδελφών. Αν κάθε επιτυχία του ενός γίνεται μέτρο αξιολόγησης για το άλλο, είναι εύκολο να δημιουργηθεί η αίσθηση ότι και τα δύο παιδιά διεκδικούν την ίδια επιβεβαίωση.

Δεν χρειάζεται να αναφέρεις το ένα παιδί για να διορθώσεις τη συμπεριφορά του άλλου. Αν ένα δωμάτιο είναι ακατάστατο, μπορείς να μιλήσεις για το δωμάτιο. Αν ένα παιδί δεν έχει διαβάσει, μπορείς να μιλήσεις για το διάβασμά του. Ο αδελφός ή η αδελφή του δεν χρειάζεται να συμμετέχει σε αυτή τη συζήτηση ούτε ως παράδειγμα ούτε ως αντίπαλος.

Αν πρόκειται να κάνεις μια σύγκριση, ας είναι με τον παλιότερο εαυτό του

Υπάρχει ένας τρόπος σύγκρισης που μπορεί πραγματικά να βοηθήσει ένα παιδί. Να του δείξεις πόσο έχει προχωρήσει σε σχέση με τον ίδιο του τον εαυτό.

Μπορείς να του θυμίσεις ότι πριν από μερικούς μήνες δυσκολευόταν να διαβάσει μόνο του και τώρα τα καταφέρνει. Ότι κάποτε φοβόταν να μιλήσει μπροστά στους συμμαθητές του και τώρα τολμά να σηκώσει το χέρι του. Ότι κάτι που του φαινόταν αδύνατο έγινε σταδιακά πιο εύκολο.

Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί μαθαίνει να παρατηρεί την πρόοδό του και να δίνει αξία στην προσπάθεια, στην επιμονή και στη συνέπεια. Δεν περιμένει μόνο έναν μεγάλο βαθμό ή μια εντυπωσιακή επιτυχία για να νιώσει ότι προχωρά.

Το ίδιο ισχύει όταν υπάρχει κάτι που πρέπει να αλλάξει. Αντί να πεις «η Μαρία είναι πιο οργανωμένη», μπορείς να πεις «ας βρούμε έναν τρόπο να θυμάσαι τι πρέπει να έχει μέσα η τσάντα σου». Στην πρώτη περίπτωση συγκρίνεις δύο παιδιά. Στη δεύτερη αντιμετωπίζεις ένα συγκεκριμένο πρόβλημα και ψάχνετε μαζί λύση.

Το παιδί χρειάζεται να ξέρει ότι το βλέπεις όπως πραγματικά είναι

Ο στόχος δεν είναι να μεγαλώσεις ένα παιδί που θα υπερέχει συνεχώς από τους γύρω του. Ούτε χρειάζεται να γίνει η καλύτερη εκδοχή του αδελφού του, ενός φίλου ή ενός συμμαθητή.

Χρειάζεται να καταλάβει ότι βλέπεις τον δικό του χαρακτήρα, τις δυνατότητές του, τις δυσκολίες του και τον ρυθμό με τον οποίο εξελίσσεται.

Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν όρια, απαιτήσεις ή διορθώσεις. Τα παιδιά χρειάζονται και τα τρία. Η διαφορά είναι ότι μπορείς να διορθώσεις μια συμπεριφορά χωρίς να κάνεις το παιδί να αισθανθεί ότι κάποιος άλλος αξίζει περισσότερο από εκείνο.

Όταν οι συνεχείς συγκρίσεις σταματούν, δημιουργείται χώρος για κάτι πολύ πιο σημαντικό. Το παιδί μπορεί να καταλάβει ποιο είναι, τι μπορεί να κάνει και σε τι χρειάζεται ακόμη δουλειά χωρίς να κοιτάζει διαρκώς δίπλα του για να δει αν κάποιος άλλος προηγείται.

Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που μπορεί να μάθει μεγαλώνοντας. Να προσπαθεί επειδή θέλει να εξελιχθεί και όχι επειδή φοβάται ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύει πως αξίζει.

Leave a Reply

Your email address will not be published.