Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής: Ποιες νέες επιστημονικές τάσεις αλλάζουν τον τρόπο που προσεγγίζουμε τη διατροφή

Ακούμε συχνά πλέον τον όρο “ισορροπημένη διατροφή”, όμως ξέρουμε πραγματικά τι περιλαμβάνει και αν είναι ίδια για όλους; Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Διατροφής, στις 16 Οκτωβρίου, το ερώτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή όπου νέες δίαιτες, διατροφικά trends και αντικρουόμενες συμβουλές εμφανίζονται σχεδόν καθημερινά. Όπως εξηγεί η Δρ. Ιωάννα Μαρία Καραγκούνη, Μοριακή Βιολόγος, Διατροφογενετιστής και Σύμβουλος Εξατομικευμένης Διατροφής της DNA Care, η βάση μιας υγιεινής διατροφής παραμένει κοινή, όμως οι πραγματικές ανάγκες κάθε ανθρώπου δεν είναι απαραίτητα ίδιες.

Το φετινό μήνυμα της Παγκόσμιας Ημέρας Διατροφής από τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών, “Innovate today. Nourish tomorrow.”, αναδεικνύει τη σημασία της επιστήμης και της καινοτομίας για ένα καλύτερο διατροφικό μέλλον. Σε ατομικό επίπεδο, η εξέλιξη της επιστήμης της διατροφής μάς βοηθά παράλληλα να κατανοούμε καλύτερα γιατί μια γενική σύσταση μπορεί να χρειάζεται διαφορετική εφαρμογή από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Δεν υπάρχει κάποια νέα επιστημονική ανακάλυψη που να καταργεί τις βασικές αρχές της σωστής και ισορροπημένης διατροφής. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας τις συνοψίζει σε τέσσερις έννοιες: επάρκεια, ισορροπία, μέτρο και ποικιλία. Στην πράξη, ένα υγιεινό διατροφικό πρότυπο στηρίζεται στην ποικιλία τροφίμων και δίνει έμφαση σε φρούτα, λαχανικά, όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης και άλλες όσο το δυνατόν λιγότερο επεξεργασμένες επιλογές, περιορίζοντας παράλληλα την υπερβολική πρόσληψη αλατιού, ελεύθερων σακχάρων και ανθυγιεινών λιπαρών.

Το ισορροπημένο, όμως, δεν σημαίνει και πανομοιότυπο. Η ηλικία, η φυσική δραστηριότητα, το ιατρικό και διατροφικό ιστορικό, οι καθημερινές συνήθειες, οι προτιμήσεις και οι διαφορετικές φάσεις της ζωής διαμορφώνουν διαφορετικές ανάγκες. Άλλη προσέγγιση μπορεί, για παράδειγμα, να απαιτεί η διατροφή παιδιών και εφήβων και άλλη η διατροφή κατά την εμμηνόπαυση.

Εδώ αποκτά αξία η εξατομικευμένη διατροφή. Αντί για ένα ακόμη έτοιμο διαιτολόγιο που εφαρμόζεται οριζόντια, η λογική της εξατομίκευσης ξεκινά από την αξιολόγηση του ίδιου του ανθρώπου. Ένα διατροφικό πλάνο μπορεί να λαμβάνει υπόψη το ιστορικό του, την σωματοδομή και, όπου απαιτείται, βιοχημικές παραμέτρους, τον τρόπο ζωής, τις συνήθειες και τους προσωπικούς του στόχους, είτε αυτοί αφορούν την ευεξία είτε τη διαχείριση βάρους.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σήμερα, όταν η πληροφορία γύρω από τη διατροφή είναι περισσότερη από ποτέ, αλλά όχι πάντα αξιόπιστη. Αυθαίρετοι αποκλεισμοί τροφίμων, αυτοδιαγνώσεις για τροφικές δυσανεξίες ή αυστηρά προγράμματα που υπόσχονται γρήγορες λύσεις μπορούν να οδηγήσουν σε περιττούς περιορισμούς. Αντίστοιχα, όταν η σχέση με το φαγητό γίνεται δύσκολη ή προβληματική, η κατάλληλη διατροφική υποστήριξη σε διατροφικές διαταραχές απαιτεί εξειδικευμένη προσέγγιση και δεν μπορεί να αντικατασταθεί από γενικές συμβουλές στο διαδίκτυο.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η διατροφογενετική, ο επιστημονικός κλάδος που εξετάζει πώς γενετικές διαφοροποιήσεις μπορούν να σχετίζονται με την απόκριση του οργανισμού σε συστατικά της διατροφής. Ένα διατροφικό τεστ DNA μπορεί να προσθέσει πληροφορίες για συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές που σχετίζεται με τον μεταβολισμό ή την απόκριση σε επιμέρους διατροφικούς παράγοντες.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το DNA μπορεί από μόνο του να μας υποδείξει μια “ιδανική δίαιτα”. Τα γονίδια αποτελούν μόνο ένα μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης εικόνας. Η καθημερινή διατροφή, η σωματική δραστηριότητα, ο ύπνος, το στρες, το περιβάλλον και το ιατρικό ιστορικό αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Τα τελευταία χρόνια, αυξανόμενο επιστημονικό ενδιαφέρον συγκεντρώνει και το εντερικό μικροβίωμα, καθώς η σύνθεση και η λειτουργία του συνδέονται με διαφορετικές πτυχές της πέψης, του μεταβολισμού και της υγείας.

Ένα διατροφικό τεστ DNA μπορεί να προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες για συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές που σχετίζονται με τον μεταβολισμό και την απόκριση του οργανισμού σε επιμέρους διατροφικούς παράγοντες. Οι πληροφορίες αυτές, ωστόσο, αποκτούν ουσιαστική αξία όταν ερμηνεύονται σωστά και σε συνδυασμό με τη συνολική εικόνα του ατόμου.

Η αξία ενός διατροφογενετικού τεστ δεν βρίσκεται μόνο στις πληροφορίες που παρέχει, αλλά κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αυτές ερμηνεύονται. Ένα μεμονωμένο γενετικό εύρημα δεν αρκεί για να καθορίσει από μόνο του μια διατροφική σύσταση και, χωρίς την καθοδήγηση κατάλληλα καταρτισμένου ειδικού, μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα ή περιττούς διατροφικούς περιορισμούς.

Για παράδειγμα, κάποιος μπορεί να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα από όση χρειάζεται σε μια γενετική προδιάθεση και να αποκλείσει τρόφιμα που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει λόγος να αποφεύγει ή, αντίθετα, να παραβλέψει παράγοντες που έχουν μεγαλύτερη σημασία για τη δική του περίπτωση. Ο ρόλος του ειδικού είναι να συνδυάσει τα γενετικά δεδομένα με το ιατρικό και διατροφικό ιστορικό, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής, ώστε τα αποτελέσματα να μεταφραστούν σε ασφαλείς, τεκμηριωμένες και πραγματικά εξατομικευμένες διατροφικές συστάσεις.

Show Comments (0)

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *