Ιδέες για τη ζωή και την καθημερινότητα στο Google News!
Ακολουθήστε το Thatslife.gr για προτάσεις, συμβουλές και lifestyle νέα που αξίζει να διαβάσετε.
Add as preferred source on Google

Ο Άκης Καπέτας άφησε για λίγο τις μελέτες και τα σχέδια του Πολιτικού Μηχανικού για να ακολουθήσει τις ιστορίες που τον “κυνηγούσαν” από παιδί. Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλάει για το πώς γεννήθηκε «Ο άνθρωπος που δεν ήταν πια εκεί», για τα μικρά και μεγάλα εμπόδια της συγγραφής και για το γιατί οι λέξεις εξακολουθούν να είναι το πιο δυνατό όπλο απέναντι σε μια εποχή που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η συγγραφή για εκείνον είναι ψυχοθεραπεία, και μας μιλάει για την τραγελαφική πλευρά της ζωής που προσπαθεί να αναδείξει μέσα από τους ήρωές του.

T.L.: Τι σας τράβηξε αρχικά στη συγγραφή, ενώ σπουδάσατε πολιτικός μηχανικός; Υπήρξε κάτι (ή κάποιος) που λειτούργησε για εσάς ως εφαλτήριο;

Α.Κ.: Πάντα ήμουν λάτρης των καλών τεχνών, με μία ιδιαίτερη κλίση θα έλεγα προς τη ζωγραφική. Αν και διάβαζα από μικρός πολλά βιβλία, με τη συγγραφή ασχολήθηκα πρώτη φορά το 2010 όταν ξεκίνησα ως παιχνίδι με έναν καλό μου φίλο, να γράψουμε ένα μυθιστόρημα στην ίδια φιλοσοφία με το βιβλίο «το μυθιστόρημα των τεσσάρων». Σε αυτό το μυθιστόρημα, που αρχικά ξεκίνησε ως αποσπάσματα στην εφημερίδα Ακρόπολις το 1958, τέσσερις συγγραφείς οι Άγγελο Τερζάκης, Στράτη Μυριβήλης, Ηλία Βενέζης και Μ. Καραγάτσης συμφώνησαν να γράφουν με τη σειρά (μέχρι να πραγματοποιήσουν δύο κύκλους) χωρίς όμως να υπάρχει καμία συνεννόηση μεταξύ τους σχετικά με την εξέλιξη της πλοκής. Κάθε συγγραφέας θα συνέχιζε την αφήγηση από εκεί που την άφηνε ο προηγούμενος προσπαθώντας φυσικά να ξεπεράσει ότι εμπόδια κληρονομούσε. Αυτό το «παιχνίδισμα» το βρήκαμε και εμείς πολύ ενδιαφέρον και ταυτόχρονα πολύ διασκεδαστικό. Τότε ήταν που ανακάλυψα την κλίση μου προς τη συγγραφή και κάπως έτσι έγινε η αρχή στο χώρο της λογοτεχνίας. Από τότε έχω γράψει έξι μυθιστορήματα που θα βρουν και αυτά σιγά σιγά το δρόμο τους προς έκδοση. Για να ξαναγυρίσω όμως στην ερώτησή σας, οι ιδιότητες που ίσως έχω αποκομίσει από τις σπουδές μου είναι κάτι που θεωρώ απαραίτητο για τη συγγραφή ενός βιβλίου: προσήλωση, πειθαρχία, πρόγραμμα, προσοχή στις λεπτομέρειες, επιμονή, είναι κάποιες από αυτές.

T.L.: Τι ήταν αυτό που σας ενέπνευσε να γράψετε το νέο σας βιβλίο «Ο άνθρωπος που δεν ήταν πια εκεί»;

Α.Κ.: Ο τίτλος γεννήθηκε πριν καλά-καλά σχηματιστεί ολόκληρη η ιστορία. Για την ακρίβεια ήταν αυτός που με ενέπνευσε και έφτιαξα αυτό το μυθιστόρημα. Ήρθε κάπως αυτόματα, σαν να υπήρχε ήδη κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Η απουσία ενός ανθρώπου συχνά θα παρατηρήσουμε και στις ζωές μας, είναι αυτή που αφήνει το πιο έντονο αποτύπωμα.

T.L.: Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίσατε κατά τη διαδικασία συγγραφής αυτού του βιβλίου σας;

Α.Κ.: Το εν λόγω βιβλίο είχε πάρα πολλές δυσκολίες που έπρεπε να ξεπεραστούν, κάτι που ο αναγνώστης δεν μπορεί να το αντιληφθεί και ίσως αυτό να είναι και μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του. Αν και η κεντρική ιστορία του μυθιστορήματος, η ραχοκοκαλιά του, είναι η ιστορία της Μαφίας της Νέας Υόρκης από την αρχή της δεκαετίας του 1940 έως και το 1980, υπάρχουν πολλές ιστορίες που τρέχουν παράλληλα με εμβληματικά πρόσωπα και καταστάσεις που σημάδεψαν εκείνη την εποχή. Η δυσκολία εδώ έγκειται στο ότι έπρεπε να αξιολογήσω και να επιλέξω μεταξύ πολλών ιστορικών γεγονότων, αυτές που όχι μόνο θα συνδέονται χρονολογικά με τα δρόμενα της Μαφίας, αλλά αυτές που θα διαμόρφωναν την εξέλιξη της πλοκής της ιστορίας, αλλά και της ζωής του βασικού ήρωά μου, του Lucky. Ένα ακόμα θέμα που έχριζε ιδιαίτερης προσοχής είναι το χιούμορ που χρησιμοποιώ. Ασχέτως αν το ύφος της αφήγησης έχει μία κάπως ειρωνική χροιά, σκοπός μου δεν ήταν να κάνω κάποιον να γελάσει, αλλά να αναδείξω τα κακώς κείμενα με έναν εκλεπτυσμένο τρόπο, να ιντριγκάρω και να βάλω σε σκέψη τον αναγνώστη χωρίς να του δώσω την απάντηση στο πιάτο. Ουσιαστικά ήθελα να αναδείξω μέσω της τεχνικής του παντογνώστη αφηγητή μία τραγελαφική πλευρά της ζωής.

T.L.: Υπάρχουν στοιχεία αυτοβιογραφίας ή προσωπικών βιωμάτων στον ήρωα του βιβλίου, Λάκυ;

Α.Κ.: Ναι υπάρχουν! Σε όλα τα βιβλία μου και σε όλους τους κεντρικούς ήρωές μου δίνω κάτι από τα στοιχεία του χαρακτήρα μου. Κάποια από αυτά που μου αρέσουν, αλλά και κάποια που θα ήθελα να φύγουν μια για πάντα από πάνω μου. Γενικά όπως αναφέρω συχνά, για μένα η συγγραφή είναι η ψυχοθεραπεία μου. Δεν δίνω μόνο στα βιβλία μου, αλλά παίρνω πολλά από αυτά καθ΄όλη την πορεία της συγγραφής τους. Από τη διαδικασία της έρευνας μέχρι την τελεία της τελευταίας σελίδας που έρχεται η κάθαρση και η ανακούφιση του συγγραφέα.

T.L.: Ο Λάκυ αποφεύγει τους μπελάδες που ο ίδιος προκαλεί. Πιστεύετε ότι αυτό είναι χαρακτηριστικό πολλών ανθρώπων της εποχής μας; Δηλαδή για να επιβιώσεις σε μια δύσκολη εποχή όπως η σημερινή, θα πρέπει να επιδεικνύεις αυτού του τύπου τα αντανακλαστικά; 

Α.Κ.: Αυτή είναι μία πολύ καλή ερώτηση! Θα μου επιτρέψετε να τη χωρίσω σε δύο σκέλη. Θεωρώ πως από την εποχή του Κορονοϊού και μετά ζούμε σε μία άκρως δυστοπική πραγματικότητα με όλα αυτά που συμβαίνουν στη χώρα μας σε πολιτικό και βιοτικό επίπεδο, αλλά και γενικότερα στον κόσμο σε παγκόσμιο επίπεδο. Πιστεύω η γενιά μου έχει κληρονομήσει έναν «παραμορφωμένο» για να μην πω διεστραμένο κόσμο. Αυτό με τη σειρά του πιστεύω γέννησε ένα αίσθημα αποποίησης της ευθύνης του τύπου «Έτσι τα βρήκα, τι δύναμη έχω να τα αλλάξω εγώ». Αυτό συνεπάγεται ότι για τα δικά μας πεπραγμένα, πάντα θα ευθύνονται κάποιοι άλλοι που έδρασαν πριν από εμάς για εμάς. Το δεύτερο σκέλος είναι η ταχύτητα που εξελίσσονται τα πράγματα γύρω μας. Πλέον το φαγητό, η τηλεόραση ακόμα και οι σχέσεις είναι «ταχείας κατανάλωσης». Οι επιχειρήσεις και οι άνθρωποι δεν έχουν πια υπομονή. Πρέπει και οφείλουν να προσαρμοστούν στη νέα εποχή, στη νέα πραγματικότητα. Όποιος δεν έχει αυτά τα γρήγορα αντανακλαστικά που αναφέρατε, δε θα μπορέσει να επιβιώσει. Η ιστορία θα τον καταπιεί και θα τον ξεπεράσει. Το ίδιο συμβαίνει φυσικά με τη σχέση συγγραφέα και αναγνωστικού κοινού.

T.L.: Ακολουθείτε κάποια συγκεκριμένη ρουτίνα πριν ξεκινήσετε την συγγραφή ενός βιβλίου;

Α.Κ.: Όχι κάτι το ιδιαίτερο. Μου αρέσει όμως να γράφω απομονωμένος σε απόλυτη ησυχία, κλεισμένος στο γραφείο μου, που πλέον έχει καταληφθεί βέβαια από τα δύο μικρά παιδιά μου, εξού και η κάποια αποχή τα τελευταία τέσσερα χρόνια από τη συγγραφή και την έκδοση.

T.L.: Υπάρχει κάποιο άλλο συγγραφικό είδος που θα θέλατε να δοκιμάσετε;

Α.Κ.: Μου αρέσει να γράφω ένα βιβλίο με βάση την έμπνευση της ιστορίας και το τι θέλω να πω στον αναγνώστη εκείνη την εποχή. Επομένως το είδος και το ύφος της γραφής συχνά αλλάζουν κι αυτά. Τα βιβλία μου δύσκολα κατατάσσονται αυστηρά σε ένα είδος. Έτσι, επειδή δε γράφω συνέχεια με την ίδια θεματολογία ή επειδή μπορεί η ιστορία μου να μην είναι εμπορική, αυτό δυσκολεύει λίγο την απήχησή μου στους εκδοτικούς οίκους. Γενικά, είμαι λάτρης της σχολής του Μαγικού Ρεαλισμού, των Ιστορικών Μυθιστορήμάτων και των Sci Fi δυστοπικών ιστοριών. Νομίζω ότι με το «ο άνθρωπος που δεν ήταν πια εκεί» ολοκλήρωσα και τα τρία αυτά είδη.

T.L.: Τί σας εμπνέει γενικά ώστε να ξεκινήσετε να γράφετε μια ιστορία;

Α.Κ.: Αυτό κάθε φορά αλλάζει όπως προανέφερα, αναλόγως την εποχή που γράφεται ένα βιβλίο και το τι θέλω να πω εγώ τότε στον αναγνώστη. Το «ο άνθρωπος που δεν ήταν πια εκεί» εξυπηρετούσε μία πολύ συγκεκριμένη ανάγκη. Ξεκίνησε να γράφεται μέσα στην καραντίνα. Ήθελα με το συγκεκριμένο βιβλίο να βοηθήσω τους αναγνώστες να ξεφύγουν από εκείνη τη δυστοπική και μίζερη εποχή που επικρατούσε ο φόβος του θανάτου, η εσωστρέφεια και η αποξένωση. Προσπάθησα μέσω της αφήγησης να τους μεταφέρω σε μία άλλη εποχή. Η έμπνευση συνήθως εμφανίζεται σε κάτι πολύ απλό –μια φράση που θα ακούσω τυχαία, ένας ιδιόρυθμος χαρακτήρας, μια εικόνα– και μετά ξεκινάει το δύσκολο κομμάτι: η δουλειά. Όσο κι αν θέλω να πιστεύω στον ρομαντισμό της έμπνευσης, ξέρω ότι χωρίς καθημερινή προσπάθεια και πειθαρχία, δεν γίνεται τίποτα. Υπάρχουν φορές που πιέζω τον εαυτό μου να καθίσει και να γράψει ακόμα κι αν δεν “νιώθω” δημιουργικός. Τις περισσότερες φορές το κείμενο μου το ανταποδίδει.

T.L.: Πιστεύετε ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη, μεταβάλλει τα παραδοσιακά βήματα που ακολουθούνται για την συγγραφή ενός έργου; 

Α.Κ.: Ναι! Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα εργαλείο. Ένα τρομερό εργαλείο. Έχουμε στα χέρια μας μία εγκυκλοπαίδεια άνευ ορίων όγκου. Μέσα σε αυτόν τον τεράστιο όγκο δεδομένων, υπάρχουν όμως και πολλές ανακρίβιες, παραπληροφόρηση και σκουπίδια. Το πως θα χρησιμοποιήσει λοιπόν κάθε άνθρωπος αυτή τη δυνατότητα είναι στο χέρι του. Θα μείνει εργαλείο ή θα το κάνει όπλο. Σχετικά με τα βιβλία πιστεύω ότι μπορεί να βοηθήσει πολύ έναν συγγραφέα, αφού μπορεί να τον υποστηρίξει σε πολλούς τομείς, ιδέες, σύνταξη, πληροφορίες, αλλά από την άλλη, ίσως να είμαστε πολύ κοντά στο τέλος της αυθεντικότητας. Πλέον, αν και το ταλέντο κάνει τη διαφορά αφού αυτό κατεμέ δίνει την αισθητική και τη μοναδικότητα ενός έργου, μέσω της Τεχνητής Νοημοσύνης καθένας μπορεί να γίνει συγγραφέας.

T.L.: Μετά τον «Ωρολογοποιό», το πρώτο σας βιβλίο, και «Ο άνθρωπος που δεν ήταν πια εκεί», τι να περιμένουμε από εσάς στη συνέχεια;

Α.Κ.: Θα ήθελα να σας δώσω ένα αποκλειστικό, κάτι δηλαδή που δεν έχω ξαναπεί σε κάποια από τις παρουσιάσεις μου ή τις συνεντεύξεις που έχω δώσει -δεν το ξέρει ούτε καν ο εκδοτικός μου ακόμα. Αυτή την περίοδο γράφω ταυτόχρονα δύο βιβλία. Από την ανομβρία των 4-5 χρόνων στο άλλο άκρο. Το ένα αναφέρεται σε ένα δυστοπικό μέλλον όπου οι άνθρωποι γεννιούνται γνωρίζοντας ακριβώς την ημέρα του θανάτου τους. Το άλλο που είναι σε φάση έρευνας ακόμα, θα είναι το sequel, η συνέχεια, του «Ο άνθρωπος που δεν ήταν πια εκεί» καθώς έχω πάρει μέχρι στιγμής εξαιρετικές κριτικές από το αναγνωστικό κοινό και όλοι μου λένε ότι θέλουν να διαβάσουν κι άλλο. Αξίζει να αναφέρω ότι η καλύτερη κριτική που έχω πάρει συνοδευτόταν από «κατσάδα», καθώς μία κυρία μου ομολόγησε πως επί δύο μέρες που διάβαζε το βιβλίο μου έκαψε το μεσημεριανό φαγητό… Ας ελπίσουμε ότι τα καλύτερα έπονται για όλους. Σας ευχαριστώ θερμά για τη φιλοξενία και σας εύχομαι υγεία και ό,τι καλύτερο.

Το βιβλίο του θα το βρεις από τις εκδόσεις Βακχικόν στα βιβλιοπωλεία Πολιτεία, Πρωτοπορία και Ιανός!